Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχιχρονιά

/aɾ.çi.xɾoˈɲa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποη πρωτοχρονιά Βικιλεξικό
    • Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, (ψηλή μου δεντρολιβανιά) / κι αρχή καλός μας χρόνος (εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνο). (Κάλαντα Πρωτοχρονιάς)

Ετυμολογία

αρχιχρονιά < αρχι- + χρονιά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχιχρονιάαρχιχρονιές
Γενικήαρχιχρονιάςαρχιχρονιών
Αιτιατικήαρχιχρονιάαρχιχρονιές
Κλητικήαρχιχρονιάαρχιχρονιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →