αρχιχρονιά
•
- λαϊκότροποη πρωτοχρονιά Βικιλεξικό
- Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, (ψηλή μου δεντρολιβανιά) / κι αρχή καλός μας χρόνος (εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνο). (Κάλαντα Πρωτοχρονιάς)
Ετυμολογία
αρχιχρονιά < αρχι- + χρονιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αρχιχρονιά | αρχιχρονιές |
| Γενική | αρχιχρονιάς | αρχιχρονιών |
| Αιτιατική | αρχιχρονιά | αρχιχρονιές |
| Κλητική | αρχιχρονιά | αρχιχρονιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →