Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρχοντοχωριάτης

/aɾ.xon.do.xoɾˈʝa.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. πλούσιος χωριάτης Βικιλεξικό
  2. μετωνυμίανεόπλουτος άξεστος που αρέσκεται να μιμείται τους ευγενείς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρχοντοχωριάτης < αρχοντο- + χωριάτης (Χρειάζεται στοιχεία: πότε πρωτοεμφανίστηκε η λέξη? ) :* για τη σημασία «νεόπλουτος χωριάτης» < όπως στον ελληνικό τίτλο της κωμωδίας Le Bourgeois gentilhomme του Μολιέρου

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαρχοντοχωριάτηςαρχοντοχωριάτες
Γενικήαρχοντοχωριάτηαρχοντοχωριατών
Αιτιατικήαρχοντοχωριάτηαρχοντοχωριάτες
Κλητικήαρχοντοχωριάτηαρχοντοχωριάτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →