χωριάτης
•
- που κατοικεί σε χωριό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπου η συμπεριφορά του και οι τρόποι του φαίνονται απότομοι και μη εξευγενισμένοι Βικιλεξικό
- Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Ετυμολογία
χωριάτης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χωριάτης < χωριό < αρχαία ελληνική χωρίον < χῶρος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰeh₁ro- (εγκαταλειμμένος, έρημος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | χωριάτης | χωριάτες |
| Γενική | χωριάτη | χωριατών |
| Αιτιατική | χωριάτη | χωριάτες |
| Κλητική | χωριάτη | χωριάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →