ασκιαγράφητος
•
- που δεν σκιαγραφήθηκε, δεν απεικονίστηκε στις γενικές του γραμμές Βικιλεξικό
- που δεν περιγράφηκε Βικιλεξικό
- αφηγήθηκες τα γεγονότα με τη σωστή σειρά, όμως τα συναισθήματά σου έμειναν ασκιαγράφητα
Ετυμολογία
ασκιαγράφητος < α- + σκιαγραφώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκιαγράφητος | ασκιαγράφητη | ασκιαγράφητο |
| Γενική | ασκιαγράφητου | ασκιαγράφητης | ασκιαγράφητου |
| Αιτιατική | ασκιαγράφητο | ασκιαγράφητη | ασκιαγράφητο |
| Κλητική | ασκιαγράφητε | ασκιαγράφητη | ασκιαγράφητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασκιαγράφητοι | ασκιαγράφητες | ασκιαγράφητα |
| Γενική | ασκιαγράφητων | ασκιαγράφητων | ασκιαγράφητων |
| Αιτιατική | ασκιαγράφητους | ασκιαγράφητες | ασκιαγράφητα |
| Κλητική | ασκιαγράφητοι | ασκιαγράφητες | ασκιαγράφητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →