Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασκιαγράφητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν σκιαγραφήθηκε, δεν απεικονίστηκε στις γενικές του γραμμές Βικιλεξικό
  2. που δεν περιγράφηκε Βικιλεξικό
    • αφηγήθηκες τα γεγονότα με τη σωστή σειρά, όμως τα συναισθήματά σου έμειναν ασκιαγράφητα

Ετυμολογία

ασκιαγράφητος < α- + σκιαγραφώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκιαγράφητοςασκιαγράφητηασκιαγράφητο
Γενικήασκιαγράφητουασκιαγράφητηςασκιαγράφητου
Αιτιατικήασκιαγράφητοασκιαγράφητηασκιαγράφητο
Κλητικήασκιαγράφητεασκιαγράφητηασκιαγράφητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασκιαγράφητοιασκιαγράφητεςασκιαγράφητα
Γενικήασκιαγράφητωνασκιαγράφητωνασκιαγράφητων
Αιτιατικήασκιαγράφητουςασκιαγράφητεςασκιαγράφητα
Κλητικήασκιαγράφητοιασκιαγράφητεςασκιαγράφητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →