σκιαγραφώ
•
- περιγράφω σε γενικές γραμμές Βικιλεξικό
- ο αρθρογράφος σκιαγραφεί την προσωπικότητά της...
Ετυμολογία
σκιαγραφώ < αρχαία ελληνική σκιαγραφέω / σκιαγραφῶ < σκιά + -γραφώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκιαγραφώ | σκιαγραφείς | σκιαγραφεί | σκιαγραφούμε | σκιαγραφείτε | σκιαγραφούν / σκιαγραφούνε |
| Παρατατικός | σκιαγραφούσα | σκιαγραφούσες | σκιαγραφούσε | σκιαγραφούσαμε | σκιαγραφούσατε | σκιαγραφούσαν / σκιαγραφούσανε |
| Αόριστος | σκιαγράφησα | σκιαγράφησες | σκιαγράφησε | σκιαγραφήσαμε | σκιαγραφήσατε | σκιαγράφησαν / σκιαγραφήσαν / σκιαγραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα σκιαγραφήσω / θα σκιαγραφώ | θα σκιαγραφήσεις / θα σκιαγραφείς | θα σκιαγραφήσει / θα σκιαγραφεί | θα σκιαγραφήσουμε / θα σκιαγραφούμε | θα σκιαγραφήσετε / θα σκιαγραφείτε | θα σκιαγραφήσουν / θα σκιαγραφήσουνε / θα σκιαγραφούν / θα σκιαγραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω σκιαγραφήσει | έχεις σκιαγραφήσει | έχει σκιαγραφήσει | έχουμε σκιαγραφήσει | έχετε σκιαγραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκιαγραφήσει | είχες σκιαγραφήσει | είχε σκιαγραφήσει | είχαμε σκιαγραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκιαγραφήσει / να σκιαγραφήσω / να σκιαγραφώ | να έχεις σκιαγραφήσει / να σκιαγραφήσεις / να σκιαγραφείς | να έχει σκιαγραφήσει / να σκιαγραφήσει / να σκιαγραφεί | να έχουμε σκιαγραφήσει / να σκιαγραφήσουμε / να σκιαγραφούμε | να έχετε σκιαγραφήσει / να σκιαγραφήσετε / να σκιαγραφείτε | να σκιαγραφήσουν / να σκιαγραφήσουνε / να σκιαγραφούν / να σκιαγραφούνε |
| Προστακτική | — | σκιαγράφει / σκιαγράφησε | — | — | σκιαγραφήστε / σκιαγραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →