Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασταμάτητος

/a.staˈma.ti.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε σταμάτησε, δε σταματάει ή δεν μπορεί κανείς να τον σταματήσει Βικιλεξικό
    • μόλις χάλασαν τα φρένα τού αυτοκινήτου, το όχημα ήταν πια ασταμάτητο

Ετυμολογία

ασταμάτητος < α- (στερητικό) + σταματώ + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασταμάτητοςασταμάτητηασταμάτητο
Γενικήασταμάτητουασταμάτητηςασταμάτητου
Αιτιατικήασταμάτητοασταμάτητηασταμάτητο
Κλητικήασταμάτητεασταμάτητηασταμάτητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήασταμάτητοιασταμάτητεςασταμάτητα
Γενικήασταμάτητωνασταμάτητωνασταμάτητων
Αιτιατικήασταμάτητουςασταμάτητεςασταμάτητα
Κλητικήασταμάτητοιασταμάτητεςασταμάτητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →