ασταμάτητος
•
- που δε σταμάτησε, δε σταματάει ή δεν μπορεί κανείς να τον σταματήσει Βικιλεξικό
- μόλις χάλασαν τα φρένα τού αυτοκινήτου, το όχημα ήταν πια ασταμάτητο
Ετυμολογία
ασταμάτητος < α- (στερητικό) + σταματώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασταμάτητος | ασταμάτητη | ασταμάτητο |
| Γενική | ασταμάτητου | ασταμάτητης | ασταμάτητου |
| Αιτιατική | ασταμάτητο | ασταμάτητη | ασταμάτητο |
| Κλητική | ασταμάτητε | ασταμάτητη | ασταμάτητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασταμάτητοι | ασταμάτητες | ασταμάτητα |
| Γενική | ασταμάτητων | ασταμάτητων | ασταμάτητων |
| Αιτιατική | ασταμάτητους | ασταμάτητες | ασταμάτητα |
| Κλητική | ασταμάτητοι | ασταμάτητες | ασταμάτητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →