αστραποβόλι
•
- ιδιωματικόο κεραυνός Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας ⌘ Κωστής Παλαμάς, 1859‑1943, ποιητική συλλογή Η ασάλευτη ζωή (1904) Φοινικιά, στίχ. 105 (105-107) @greek-language.gr
- 19ος/20ός αιώνας ⌘ Άγγελος Σικελιανός, 1884-1951, Ο ύμνος στην Ελένη, απόσπασμα από την ποιητική συλλογή Πάσχα των Ελλήνων (1918-1919)
Ετυμολογία
αστραποβόλι < αστραπ(ή) + -ο- + -βόλι (< βάλλω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αστραποβόλι | αστραποβόλια |
| Γενική | αστραποβολιού | αστραποβολιών |
| Αιτιατική | αστραποβόλι | αστραποβόλια |
| Κλητική | αστραποβόλι | αστραποβόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →