Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ασυνέπεια

/a.siˈne.pi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος ασυνεπής, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ασυνεπούς Βικιλεξικό
  2. ανακολουθία, λογική ανακολουθία· μία τήρηση κανόνα ή άλλης λογικής ρουτίνας/μεθοδολογίας/κανονικότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ασυνέπεια < ασυνεπ(ής) + -εια, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inconséquence. Μορφολογικά αναλύεται σε α- στερητικό + συνέπεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήασυνέπειαασυνέπειες
Γενικήασυνέπειαςασυνεπειών
Αιτιατικήασυνέπειαασυνέπειες
Κλητικήασυνέπειαασυνέπειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →