ασυνέπεια
•
- το να είναι κάποιος ασυνεπής, η ιδιότητα ή η συμπεριφορά του ασυνεπούς Βικιλεξικό
- ανακολουθία, λογική ανακολουθία· μία τήρηση κανόνα ή άλλης λογικής ρουτίνας/μεθοδολογίας/κανονικότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασυνέπεια < ασυνεπ(ής) + -εια, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική inconséquence. Μορφολογικά αναλύεται σε α- στερητικό + συνέπεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ασυνέπεια | ασυνέπειες |
| Γενική | ασυνέπειας | ασυνεπειών |
| Αιτιατική | ασυνέπεια | ασυνέπειες |
| Κλητική | ασυνέπεια | ασυνέπειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →