ασύγχρονος
•
- ηλεκτρολογίαεναλλασόμενου ρεύματος Βικιλεξικό
- ασύγχρονος κινητήρας
- που διενεργείται σε δύο διαφορετικά τμήματα, σε διαφορετικούς μεταξύ τους χρόνους Βικιλεξικό
- πληροφορικήλειτουργία (πχ. συνάρτηση) σε υπολογιστή που εκτελείται παράλληλα με άλλες συναφείς λειτουργίες χωρίς να περιμένει την ολοκλήρωσή τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ασύγχρονος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική asynchrone < α- στερητικό + σύγχρονος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασύγχρονος | ασύγχρονη | ασύγχρονο |
| Γενική | ασύγχρονου | ασύγχρονης | ασύγχρονου |
| Αιτιατική | ασύγχρονο | ασύγχρονη | ασύγχρονο |
| Κλητική | ασύγχρονε | ασύγχρονη | ασύγχρονο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ασύγχρονοι | ασύγχρονες | ασύγχρονα |
| Γενική | ασύγχρονων | ασύγχρονων | ασύγχρονων |
| Αιτιατική | ασύγχρονους | ασύγχρονες | ασύγχρονα |
| Κλητική | ασύγχρονοι | ασύγχρονες | ασύγχρονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →