συγχρονία
•
- γλωσσολογίατο σύνολο των γλωσσικών στοιχείων που εμφανίζονται στον ίδιο χρόνο και σε συγκεκριμένο τόπο, δηλαδή σε συγκεκριμένο σύστημα Βικιλεξικό
- Σήμερα στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών θα μελετήσουμε το πρόθημα «τηλε-» στη συγχρονία του δίνοντας παραδείγματα από τους αρχαίους συγγραφείς. Αύριο θα δούμε το «τηλε-» διαχρονικά και τη χρήση του στα νέα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες.
Ετυμολογία
συγχρονία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική synchronie < ελληνιστική κοινή σύγχρον(ος) + -ία. Μορφολογικά αναλύεται σε συγ- + χρόν(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | συγχρονία | συγχρονίες |
| Γενική | συγχρονίας | συγχρονιών |
| Αιτιατική | συγχρονία | συγχρονίες |
| Κλητική | συγχρονία | συγχρονίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →