συγχρονικός
•
- που συμπίπτει χρονικά, ο συγχρονισμένος Βικιλεξικό
- που τεκμαίρεται ή προκύπτει με αναγωγή στο παρόν/τώρα/σήμερα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
συγχρονικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) γαλλική synchronique < synchrone(e) (σύγχρον(ος)) + -ique (-ικός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγχρονικός | συγχρονική | συγχρονικό |
| Γενική | συγχρονικού | συγχρονικής | συγχρονικού |
| Αιτιατική | συγχρονικό | συγχρονική | συγχρονικό |
| Κλητική | συγχρονικέ | συγχρονική | συγχρονικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | συγχρονικοί | συγχρονικές | συγχρονικά |
| Γενική | συγχρονικών | συγχρονικών | συγχρονικών |
| Αιτιατική | συγχρονικούς | συγχρονικές | συγχρονικά |
| Κλητική | συγχρονικοί | συγχρονικές | συγχρονικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →