Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυθαίρετος

/aˈfθe.ɾe.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δε βασίζεται στη λογική ή σε αρχές Βικιλεξικό
    • οι λέξεις μιας γλώσσας είναι αυθαίρετες σε σχέση με την έννοια τους
  2. που γίνεται κατά βούληση και σύμφωνα με τις προσωπικές επιθυμίες, χωρίς την εφαρμογή νόμων ή ορισμένων κριτηρίων Βικιλεξικό
    • οι πρόσφατες απολύσεις στην εταιρία ήταν αρκετά αυθαίρετες, το ακίνητο χτίστηκε χωρίς να εκδοθεί οικοδομική άδεια και είναι αυθαίρετο
    • Ο Χομπς είναι υπέρ μιας απόλυτης εξουσίας, γιατί διαφορετικά δε θεωρεί ότι υπάρχει εγγύηση για μια σταθερή και ειρηνική ζωή. Δεν πρόκειται όμως για μια αυθαίρετη εξουσία που κάνει «ό,τι θέλει». Πρέπει να εγγυάται την αμερόληπτη απονομή δικαιοσύνης, ώστε να μην τιμωρούνται αθώοι, την επιβολή δίκαιης φορολογίας, την κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας, την εκπαίδευση των πολιτών, την εξασφάλιση όχι μόνο της ζωής, αλλά και μιας άνετης ζωής. (Αχιλλέας Παπαθανασίου, Αρχαία Ελληνικά Ι - Ομάδα προσανατολισμού ανθρωπιστικών ανθρωπιστικών σπουδών - Γ΄ Λυκείου, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 314)

Ετυμολογία

αυθαίρετος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὐθαίρετος (που ενεργεί με ελεύθερη επιλογή) < αὐτός + αἱρέω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυθαίρετοςαυθαίρετηαυθαίρετο
Γενικήαυθαίρετουαυθαίρετηςαυθαίρετου
Αιτιατικήαυθαίρετοαυθαίρετηαυθαίρετο
Κλητικήαυθαίρετεαυθαίρετηαυθαίρετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυθαίρετοιαυθαίρετεςαυθαίρετα
Γενικήαυθαίρετωναυθαίρετωναυθαίρετων
Αιτιατικήαυθαίρετουςαυθαίρετεςαυθαίρετα
Κλητικήαυθαίρετοιαυθαίρετεςαυθαίρετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →