αυτενεργώ
•
- ενεργώ με δική μου βούληση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτενεργώ < αυτο- + ενεργώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτενεργώ | αυτενεργείς | αυτενεργεί | αυτενεργούμε | αυτενεργείτε | αυτενεργούν / αυτενεργούνε |
| Παρατατικός | αυτενεργούσα | αυτενεργούσες | αυτενεργούσε | αυτενεργούσαμε | αυτενεργούσατε | αυτενεργούσαν / αυτενεργούσανε |
| Αόριστος | αυτενέργησα | αυτενέργησες | αυτενέργησε | αυτενεργήσαμε | αυτενεργήσατε | αυτενέργησαν / αυτενεργήσαν / αυτενεργήσανε |
| Μέλλοντας | θα αυτενεργήσω / θα αυτενεργώ | θα αυτενεργήσεις / θα αυτενεργείς | θα αυτενεργήσει / θα αυτενεργεί | θα αυτενεργήσουμε / θα αυτενεργούμε | θα αυτενεργήσετε / θα αυτενεργείτε | θα αυτενεργήσουν / θα αυτενεργήσουνε / θα αυτενεργούν / θα αυτενεργούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτενεργήσει | έχεις αυτενεργήσει | έχει αυτενεργήσει | έχουμε αυτενεργήσει | έχετε αυτενεργήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτενεργήσει | είχες αυτενεργήσει | είχε αυτενεργήσει | είχαμε αυτενεργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτενεργήσει / να αυτενεργήσω / να αυτενεργώ | να έχεις αυτενεργήσει / να αυτενεργήσεις / να αυτενεργείς | να έχει αυτενεργήσει / να αυτενεργήσει / να αυτενεργεί | να έχουμε αυτενεργήσει / να αυτενεργήσουμε / να αυτενεργούμε | να έχετε αυτενεργήσει / να αυτενεργήσετε / να αυτενεργείτε | να αυτενεργήσουν / να αυτενεργήσουνε / να αυτενεργούν / να αυτενεργούνε |
| Προστακτική | — | αυτενέργει / αυτενέργησε | — | — | αυτενεργήστε / αυτενεργείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →