Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοδημιούργητος

/a.fto.ði.miˈuɾ.ʝi.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κατάφερε να επιτύχει στη ζωή του σε διάφορους τομείς (οικονομικό, κοινωνικό κ.λπ.) βασιζόμενος μόνο στις δικές του δυνάμεις κι όχι σε άλλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοδημιούργητος < αυτο- + δημιουργώ, δημιουργη- + -τος (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-made). Διαφορετικό το ελληνιστικό αὐτοδημιούργητος (σε φυσική κατάσταση).

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοδημιούργητοςαυτοδημιούργητηαυτοδημιούργητο
Γενικήαυτοδημιούργητουαυτοδημιούργητηςαυτοδημιούργητου
Αιτιατικήαυτοδημιούργητοαυτοδημιούργητηαυτοδημιούργητο
Κλητικήαυτοδημιούργητεαυτοδημιούργητηαυτοδημιούργητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοδημιούργητοιαυτοδημιούργητεςαυτοδημιούργητα
Γενικήαυτοδημιούργητωναυτοδημιούργητωναυτοδημιούργητων
Αιτιατικήαυτοδημιούργητουςαυτοδημιούργητεςαυτοδημιούργητα
Κλητικήαυτοδημιούργητοιαυτοδημιούργητεςαυτοδημιούργητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →