δημιουργώ
•
- μεταβατικόπαράγω κάτι από το μηδέν Βικιλεξικό
- μεταβατικόφτιάχνω κάτι καινούργιο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας, κατασκευάζω Βικιλεξικό
- μεταβατικόεπινοώ Βικιλεξικό
- Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
- αμετάβατοασχολούμαι δημιουργικά με κάτι καινούριο, συνήθως ασχολούμενος με μια από τις καλές τέχνες Βικιλεξικό
- μην ενοχλείτε τον καλλιτέχνη, αυτή τη στιγμή δημιουργεί!
- μεταβατικόπροκαλώ, γίνομαι η αιτία να γίνει κάτι Βικιλεξικό
- παθητική φωνή: δημιουργούμαι: προκύπτω Βικιλεξικό
- παθητική φωνή: δημιουργούμαι: για κάποιον που έχει επιτύχει στον τομέα του, που έχει προκόψει, που έχει προοδεύσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημιουργώ < αρχαία ελληνική δημιουργέω / δημιουργῶ < δημιουργός < δῆμος + ἔργον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δημιουργώ | δημιουργείς | δημιουργεί | δημιουργούμε | δημιουργείτε | δημιουργούν / δημιουργούνε |
| Παρατατικός | δημιουργούσα | δημιουργούσες | δημιουργούσε | δημιουργούσαμε | δημιουργούσατε | δημιουργούσαν / δημιουργούσανε |
| Αόριστος | δημιούργησα | δημιούργησες | δημιούργησε | δημιουργήσαμε | δημιουργήσατε | δημιουργήσαν / δημιουργήσανε / δημιούργησαν |
| Μέλλοντας | θα δημιουργήσω / θα δημιουργώ | θα δημιουργήσεις / θα δημιουργείς | θα δημιουργήσει / θα δημιουργεί | θα δημιουργήσουμε / θα δημιουργούμε | θα δημιουργήσετε / θα δημιουργείτε | θα δημιουργήσουν / θα δημιουργήσουνε / θα δημιουργούν / θα δημιουργούνε |
| Παρακείμενος | έχω δημιουργήσει | έχεις δημιουργήσει | έχει δημιουργήσει | έχουμε δημιουργήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δημιουργήσει | είχες δημιουργήσει | είχε δημιουργήσει | είχαμε δημιουργήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δημιουργήσει / να δημιουργήσω / να δημιουργώ | να έχεις δημιουργήσει / να δημιουργήσεις / να δημιουργείς | να έχει δημιουργήσει / να δημιουργήσει / να δημιουργεί | να έχουμε δημιουργήσει / να δημιουργήσουμε / να δημιουργούμε | να δημιουργήσετε / να δημιουργείτε | να δημιουργήσουν / να δημιουργήσουνε / να δημιουργούν / να δημιουργούνε |
| Προστακτική | — | δημιούργει / δημιούργησε | — | — | δημιουργήστε / δημιουργείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
δημιουργούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →