Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημιουργώ

/ði.mi.uɾˈɣo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόπαράγω κάτι από το μηδέν Βικιλεξικό
  2. μεταβατικόφτιάχνω κάτι καινούργιο, είτε επειδή θα είναι χρήσιμο είτε στο πλαίσιο μιας καλλιτεχνικής δραστηριότητας, κατασκευάζω Βικιλεξικό
  3. μεταβατικόεπινοώ Βικιλεξικό
    • Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
  4. αμετάβατοασχολούμαι δημιουργικά με κάτι καινούριο, συνήθως ασχολούμενος με μια από τις καλές τέχνες Βικιλεξικό
    • μην ενοχλείτε τον καλλιτέχνη, αυτή τη στιγμή δημιουργεί!
  5. μεταβατικόπροκαλώ, γίνομαι η αιτία να γίνει κάτι Βικιλεξικό
  6. παθητική φωνή: δημιουργούμαι: προκύπτω Βικιλεξικό
  7. παθητική φωνή: δημιουργούμαι: για κάποιον που έχει επιτύχει στον τομέα του, που έχει προκόψει, που έχει προοδεύσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημιουργώ < αρχαία ελληνική δημιουργέω / δημιουργῶ < δημιουργός < δῆμος + ἔργον

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδημιουργώδημιουργείςδημιουργείδημιουργούμεδημιουργείτεδημιουργούν / δημιουργούνε
Παρατατικόςδημιουργούσαδημιουργούσεςδημιουργούσεδημιουργούσαμεδημιουργούσατεδημιουργούσαν / δημιουργούσανε
Αόριστοςδημιούργησαδημιούργησεςδημιούργησεδημιουργήσαμεδημιουργήσατεδημιουργήσαν / δημιουργήσανε / δημιούργησαν
Μέλλονταςθα δημιουργήσω / θα δημιουργώθα δημιουργήσεις / θα δημιουργείςθα δημιουργήσει / θα δημιουργείθα δημιουργήσουμε / θα δημιουργούμεθα δημιουργήσετε / θα δημιουργείτεθα δημιουργήσουν / θα δημιουργήσουνε / θα δημιουργούν / θα δημιουργούνε
Παρακείμενοςέχω δημιουργήσειέχεις δημιουργήσειέχει δημιουργήσειέχουμε δημιουργήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα δημιουργήσειείχες δημιουργήσειείχε δημιουργήσειείχαμε δημιουργήσει——
Υποτακτικήνα έχω δημιουργήσει / να δημιουργήσω / να δημιουργώνα έχεις δημιουργήσει / να δημιουργήσεις / να δημιουργείςνα έχει δημιουργήσει / να δημιουργήσει / να δημιουργείνα έχουμε δημιουργήσει / να δημιουργήσουμε / να δημιουργούμενα δημιουργήσετε / να δημιουργείτενα δημιουργήσουν / να δημιουργήσουνε / να δημιουργούν / να δημιουργούνε
Προστακτική—δημιούργει / δημιούργησε——δημιουργήστε / δημιουργείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

δημιουργούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →