αυτοδιορίζομαι
•
- διορίζω ο ίδιος τον εαυτό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοδιορίζομαι < αυτο- + διορίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοδιορίζομαι | αυτοδιορίζεσαι | αυτοδιορίζεται | αυτοδιοριζόμαστε | αυτοδιορίζεστε | αυτοδιορίζονται |
| Παρατατικός | αυτοδιοριζόμουν / αυτοδιοριζόμουνα | αυτοδιοριζόσουν / αυτοδιοριζόσουνα | αυτοδιοριζόταν / αυτοδιοριζότανε | αυτοδιοριζόμασταν / αυτοδιοριζόμαστε | αυτοδιοριζόσασταν / αυτοδιοριζόσαστε | αυτοδιορίζονταν / αυτοδιοριζόντουσαν |
| Αόριστος | αυτοδιορίστηκα | αυτοδιορίστηκες | αυτοδιορίστηκε | αυτοδιοριστήκαμε | αυτοδιοριστήκατε | αυτοδιορίστηκαν / αυτοδιοριστήκαν / αυτοδιοριστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοδιορίζομαι / θα αυτοδιοριστώ | θα αυτοδιορίζεσαι / θα αυτοδιοριστείς | θα αυτοδιορίζεται / θα αυτοδιοριστεί | θα αυτοδιοριζόμαστε / θα αυτοδιοριστούμε | θα αυτοδιορίζεστε / θα αυτοδιοριστείτε | θα αυτοδιορίζονται / θα αυτοδιοριστούν / θα αυτοδιοριστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτοδιοριστεί | έχεις αυτοδιοριστεί | έχει αυτοδιοριστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοδιοριστεί | είχες αυτοδιοριστεί | είχε αυτοδιοριστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτοδιοριστεί / να αυτοδιορίζομαι / να αυτοδιοριστώ | να έχεις αυτοδιοριστεί / να αυτοδιορίζεσαι / να αυτοδιοριστείς | να έχει αυτοδιοριστεί / να αυτοδιορίζεται / να αυτοδιοριστεί | να αυτοδιοριζόμαστε / να αυτοδιοριστούμε | να αυτοδιορίζεστε / να αυτοδιοριστείτε | να αυτοδιορίζονται / να αυτοδιοριστούν / να αυτοδιοριστούνε |
| Προστακτική | — | αυτοδιορίζου / αυτοδιορίσου | — | — | αυτοδιορίζεστε / αυτοδιοριστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →