διορίζω
•
- προσλαμβάνω κάποιον ως υπάλληλο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηαναθέτω σε υπάλληλο κάποια καθήκοντα σε συγκεκριμένο πόστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διορίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διορίζω< < διά + ὁρίζω : (ανάθεση καθηκόντων) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική désigner
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διορίζω | διορίζεις | διορίζει | διορίζουμε | διορίζετε | διορίζουν / διορίζουνε |
| Παρατατικός | διόριζα | διόριζες | διόριζε | διορίζαμε | διορίζατε | διορίζαν / διορίζανε / διόριζαν |
| Αόριστος | διόρισα | διόρισες | διόρισε | διορίσαμε | διορίσατε | διορίσαν / διορίσανε / διόρισαν |
| Μέλλοντας | θα διορίζω / θα διορίσω | θα διορίζεις / θα διορίσεις | θα διορίζει / θα διορίσει | θα διορίζουμε / θα διορίσουμε | θα διορίζετε / θα διορίσετε | θα διορίζουν / θα διορίζουνε / θα διορίσουν / θα διορίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διορίσει | έχεις διορίσει | έχει διορίσει | έχουμε διορίσει | έχετε διορίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διορίσει | είχες διορίσει | είχε διορίσει | είχαμε διορίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διορίσει / να διορίζω / να διορίσω | να έχεις διορίσει / να διορίζεις / να διορίσεις | να έχει διορίσει / να διορίζει / να διορίσει | να έχουμε διορίσει / να διορίζουμε / να διορίσουμε | να έχετε διορίσει / να διορίζετε / να διορίσετε | να διορίζουν / να διορίζουνε / να διορίσουν / να διορίσουνε |
| Προστακτική | — | διόριζε / διόρισε | — | — | διορίζετε / διορίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →