αυτοπυροδότηση
•
- σπάνιοη αυτόματη πυροδότηση, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοπυροδότηση < αυτο- + πυροδότηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αυτοπυροδότηση | αυτοπυροδοτήσεις |
| Γενική | αυτοπυροδότησης | αυτοπυροδοτήσεων |
| Αιτιατική | αυτοπυροδότηση | αυτοπυροδοτήσεις |
| Κλητική | αυτοπυροδότηση | αυτοπυροδοτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →