αυτορυθμίζομαι
•
- λόγιορυθμίζω ο ίδιος τον εαυτό μου, εκ του αυτομάτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτορυθμίζομαι < αυτο- + ρυθμίζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτορυθμίζομαι | αυτορυθμίζεσαι | αυτορυθμίζεται | αυτορυθμιζόμαστε | αυτορυθμίζεστε | αυτορυθμίζονται |
| Παρατατικός | αυτορυθμιζόμουν / αυτορυθμιζόμουνα | αυτορυθμιζόσουν / αυτορυθμιζόσουνα | αυτορυθμιζόταν / αυτορυθμιζότανε | αυτορυθμιζόμασταν / αυτορυθμιζόμαστε | αυτορυθμιζόσασταν / αυτορυθμιζόσαστε | αυτορυθμίζονταν / αυτορυθμιζόντουσαν |
| Αόριστος | αυτορυθμίστηκα | αυτορυθμίστηκες | αυτορυθμίστηκε | αυτορυθμιστήκαμε | αυτορυθμιστήκατε | αυτορυθμίστηκαν / αυτορυθμιστήκαν / αυτορυθμιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτορυθμίζομαι / θα αυτορυθμιστώ | θα αυτορυθμίζεσαι / θα αυτορυθμιστείς | θα αυτορυθμίζεται / θα αυτορυθμιστεί | θα αυτορυθμιζόμαστε / θα αυτορυθμιστούμε | θα αυτορυθμίζεστε / θα αυτορυθμιστείτε | θα αυτορυθμίζονται / θα αυτορυθμιστούν / θα αυτορυθμιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω αυτορυθμιστεί | έχεις αυτορυθμιστεί | έχει αυτορυθμιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτορυθμιστεί | είχες αυτορυθμιστεί | είχε αυτορυθμιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυτορυθμιστεί / να αυτορυθμίζομαι / να αυτορυθμιστώ | να έχεις αυτορυθμιστεί / να αυτορυθμίζεσαι / να αυτορυθμιστείς | να έχει αυτορυθμιστεί / να αυτορυθμίζεται / να αυτορυθμιστεί | να αυτορυθμιζόμαστε / να αυτορυθμιστούμε | να αυτορυθμίζεστε / να αυτορυθμιστείτε | να αυτορυθμίζονται / να αυτορυθμιστούν / να αυτορυθμιστούνε |
| Προστακτική | — | αυτορυθμίζου / αυτορυθμίσου | — | — | αυτορυθμίζεστε / αυτορυθμιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →