Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αυτοχειροτόνητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει ο ίδιος χειροτονήσει τον εαυτό του Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπου αυθαίρετα αποδίδει στον εαυτό του κάποιο τίτλο, αξίωμα κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αυτοχειροτόνητος < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοχειροτόνητοςαυτοχειροτόνητηαυτοχειροτόνητο
Γενικήαυτοχειροτόνητουαυτοχειροτόνητηςαυτοχειροτόνητου
Αιτιατικήαυτοχειροτόνητοαυτοχειροτόνητηαυτοχειροτόνητο
Κλητικήαυτοχειροτόνητεαυτοχειροτόνητηαυτοχειροτόνητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαυτοχειροτόνητοιαυτοχειροτόνητεςαυτοχειροτόνητα
Γενικήαυτοχειροτόνητωναυτοχειροτόνητωναυτοχειροτόνητων
Αιτιατικήαυτοχειροτόνητουςαυτοχειροτόνητεςαυτοχειροτόνητα
Κλητικήαυτοχειροτόνητοιαυτοχειροτόνητεςαυτοχειροτόνητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →