Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

χειροτονώ

/çi.ɾo.toˈno/ρήμα
•
  1. εκκλησιαστικός όροςτελώ το μυστήριο κατά το οποίο ένας λαϊκός γίνεται διάκονος ή ένας κληρικός ανέρχεται στο βαθμό του πρεσβύτερου ή του επισκόπου Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάξυλοκοπώ, δέρνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

χειροτονώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χειροτονῶ, συνηρημένος τύπος του χειροτονέω (αρχαία σημασία: ψηφίζω) < (χείρ) χειρο- + → δείτε τείνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχειροτονώχειροτονείςχειροτονείχειροτονούμεχειροτονείτεχειροτονούν / χειροτονούνε
Παρατατικόςχειροτονούσαχειροτονούσεςχειροτονούσεχειροτονούσαμεχειροτονούσατεχειροτονούσαν / χειροτονούσανε
Αόριστοςχειροτόνησαχειροτόνησεςχειροτόνησεχειροτονήσαμεχειροτονήσατεχειροτονήσαν / χειροτονήσανε / χειροτόνησαν
Μέλλονταςθα χειροτονήσω / θα χειροτονώθα χειροτονήσεις / θα χειροτονείςθα χειροτονήσει / θα χειροτονείθα χειροτονήσουμε / θα χειροτονούμεθα χειροτονήσετε / θα χειροτονείτεθα χειροτονήσουν / θα χειροτονήσουνε / θα χειροτονούν / θα χειροτονούνε
Παρακείμενοςέχω χειροτονήσειέχεις χειροτονήσειέχει χειροτονήσειέχουμε χειροτονήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα χειροτονήσειείχες χειροτονήσειείχε χειροτονήσει———
Υποτακτικήνα έχω χειροτονήσει / να χειροτονήσω / να χειροτονώνα έχεις χειροτονήσει / να χειροτονήσεις / να χειροτονείςνα έχει χειροτονήσει / να χειροτονήσει / να χειροτονείνα έχουμε χειροτονήσει / να χειροτονήσουμε / να χειροτονούμενα χειροτονήσετε / να χειροτονείτενα χειροτονήσουν / να χειροτονήσουνε / να χειροτονούν / να χειροτονούνε
Προστακτική—χειροτόνησε——χειροτονήστε / χειροτονείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςχειροτονιέμαι / χειροτονούμαι—————
Αόριστοςχειροτονήθηκα—————
Μέλλονταςθα χειροτονιέμαι / θα χειροτονούμαι—————
Υποτακτικήνα χειροτονιέμαι / να χειροτονούμαι—————

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →