χειροτονώ
•
- εκκλησιαστικός όροςτελώ το μυστήριο κατά το οποίο ένας λαϊκός γίνεται διάκονος ή ένας κληρικός ανέρχεται στο βαθμό του πρεσβύτερου ή του επισκόπου Βικιλεξικό
- μεταφορικάξυλοκοπώ, δέρνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χειροτονώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή χειροτονῶ, συνηρημένος τύπος του χειροτονέω (αρχαία σημασία: ψηφίζω) < (χείρ) χειρο- + → δείτε τείνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χειροτονώ | χειροτονείς | χειροτονεί | χειροτονούμε | χειροτονείτε | χειροτονούν / χειροτονούνε |
| Παρατατικός | χειροτονούσα | χειροτονούσες | χειροτονούσε | χειροτονούσαμε | χειροτονούσατε | χειροτονούσαν / χειροτονούσανε |
| Αόριστος | χειροτόνησα | χειροτόνησες | χειροτόνησε | χειροτονήσαμε | χειροτονήσατε | χειροτονήσαν / χειροτονήσανε / χειροτόνησαν |
| Μέλλοντας | θα χειροτονήσω / θα χειροτονώ | θα χειροτονήσεις / θα χειροτονείς | θα χειροτονήσει / θα χειροτονεί | θα χειροτονήσουμε / θα χειροτονούμε | θα χειροτονήσετε / θα χειροτονείτε | θα χειροτονήσουν / θα χειροτονήσουνε / θα χειροτονούν / θα χειροτονούνε |
| Παρακείμενος | έχω χειροτονήσει | έχεις χειροτονήσει | έχει χειροτονήσει | έχουμε χειροτονήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα χειροτονήσει | είχες χειροτονήσει | είχε χειροτονήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω χειροτονήσει / να χειροτονήσω / να χειροτονώ | να έχεις χειροτονήσει / να χειροτονήσεις / να χειροτονείς | να έχει χειροτονήσει / να χειροτονήσει / να χειροτονεί | να έχουμε χειροτονήσει / να χειροτονήσουμε / να χειροτονούμε | να χειροτονήσετε / να χειροτονείτε | να χειροτονήσουν / να χειροτονήσουνε / να χειροτονούν / να χειροτονούνε |
| Προστακτική | — | χειροτόνησε | — | — | χειροτονήστε / χειροτονείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | χειροτονιέμαι / χειροτονούμαι | — | — | — | — | — |
| Αόριστος | χειροτονήθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα χειροτονιέμαι / θα χειροτονούμαι | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να χειροτονιέμαι / να χειροτονούμαι | — | — | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →