αυτοϊκανοποιούμαι
•
- ικανοποιώ τον εαυτό μου Βικιλεξικό
- αυνανίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυτοϊκανοποιούμαι < αυτο- + ικανοποιούμαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυτοϊκανοποιούμαι | αυτοϊκανοποιείσαι | αυτοϊκανοποιείται | αυτοϊκανοποιούμαστε | αυτοϊκανοποιείστε | αυτοϊκανοποιούνται |
| Παρατατικός | αυτοϊκανοποιούμουν | αυτοϊκανοποιούσουν | αυτοϊκανοποιούνταν | αυτοϊκανοποιούμασταν / αυτοϊκανοποιούμαστε | αυτοϊκανοποιούσασταν / αυτοϊκανοποιούσαστε | αυτοϊκανοποιούνταν |
| Αόριστος | αυτοϊκανοποιήθηκα | αυτοϊκανοποιήθηκες | αυτοϊκανοποιήθηκε | αυτοϊκανοποιηθήκαμε | αυτοϊκανοποιηθήκατε | αυτοϊκανοποιήθηκαν / αυτοϊκανοποιηθήκαν / αυτοϊκανοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα αυτοϊκανοποιηθώ / θα αυτοϊκανοποιούμαι | θα αυτοϊκανοποιείσαι / θα αυτοϊκανοποιηθείς | θα αυτοϊκανοποιείται / θα αυτοϊκανοποιηθεί | θα αυτοϊκανοποιηθούμε / θα αυτοϊκανοποιούμαστε | θα αυτοϊκανοποιείστε / θα αυτοϊκανοποιηθείτε | θα αυτοϊκανοποιηθούν / θα αυτοϊκανοποιηθούνε / θα αυτοϊκανοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω αυτοϊκανοποιηθεί | έχεις αυτοϊκανοποιηθεί | έχει αυτοϊκανοποιηθεί | έχουμε αυτοϊκανοποιηθεί | έχετε αυτοϊκανοποιηθεί | έχουν αυτοϊκανοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυτοϊκανοποιηθεί | είχες αυτοϊκανοποιηθεί | είχε αυτοϊκανοποιηθεί | είχαμε αυτοϊκανοποιηθεί | είχατε αυτοϊκανοποιηθεί | είχαν αυτοϊκανοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω αυτοϊκανοποιηθεί / να αυτοϊκανοποιηθώ / να αυτοϊκανοποιούμαι | να έχεις αυτοϊκανοποιηθεί / να αυτοϊκανοποιείσαι / να αυτοϊκανοποιηθείς | να έχει αυτοϊκανοποιηθεί / να αυτοϊκανοποιείται / να αυτοϊκανοποιηθεί | να έχουμε αυτοϊκανοποιηθεί / να αυτοϊκανοποιηθούμε / να αυτοϊκανοποιούμαστε | να έχετε αυτοϊκανοποιηθεί / να αυτοϊκανοποιείστε / να αυτοϊκανοποιηθείτε | να έχουν αυτοϊκανοποιηθεί / να αυτοϊκανοποιηθούν / να αυτοϊκανοποιηθούνε / να αυτοϊκανοποιούνται |
| Προστακτική | — | αυτοϊκανοποιήσου | — | — | αυτοϊκανοποιείστε / αυτοϊκανοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →