αφαίρεση
•
- η ενέργεια με την οποία αφαιρώ, παίρνω από κάποιον κάτι χωρίς τη συναίνεσή του, με τη βία, εφαρμόζοντας μια ποινή κλπ. Βικιλεξικό
- η παράβαση αυτή τιμωρείται με πρόστιμο και αφαίρεση της άδειας οδήγησης
- η αφαίρεση της ζωής ενός όντος
- η ενέργεια με την οποία αφαιρώ, απομακρύνω κάτι από τη θέση στην οποία βρισκόταν αρχικά Βικιλεξικό
- η αφαίρεση της χοληδόχου κύστης
- αριθμητικήπράξη (δυαδικός τελεστής) που από έναν αριθμό (τον αφαιρετέο) αφαιρεί έναν άλλο (τον αφαιρέτη) και δίνει, έτσι, ένα αποτέλεσμα (τη διαφορά) Βικιλεξικό
- σύμβολο: - (μείον, πλην)
- 6 - 2 = 4, έξι μείον δύο ίσον τέσσερα
- γραμματικήη αποβολή του αρχικού φωνήεντος μιας λέξης Βικιλεξικό
- γραμματικήη αποβολή του αρχικού φωνήεντος μιας λέξης όταν η προηγούμενη λέξη λήγει επίσης σε φωνήεν Βικιλεξικό
- πληροφορικήσυγκέντρωση της προσοχής σε ορισμένα μόνο στοιχεία Βικιλεξικό
- πληροφορικήσυγκέντρωση της προσοχής σε ορισμένα μόνο στοιχεία Βικιλεξικό
- πληροφορικήσυγκέντρωση της προσοχής σε ορισμένα μόνο στοιχεία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφαίρεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφαίρε(σις) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφαίρεση | αφαιρέσεις |
| Γενική | αφαίρεσης | αφαιρέσεων |
| Αιτιατική | αφαίρεση | αφαιρέσεις |
| Κλητική | αφαίρεση | αφαιρέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →