αφανίζω
•
- καταστρέφω ολοκληρωτικά, κάνω κάτι να παύει να υπάρχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφανίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφανίζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αφανίζω | αφανίζεις | αφανίζει | αφανίζουμε | αφανίζετε | αφανίζουν / αφανίζουνε |
| Παρατατικός | αφάνιζα | αφάνιζες | αφάνιζε | αφανίζαμε | αφανίζατε | αφάνιζαν / αφανίζαν / αφανίζανε |
| Αόριστος | αφάνισα | αφάνισες | αφάνισε | αφανίσαμε | αφανίσατε | αφάνισαν / αφανίσαν / αφανίσανε |
| Μέλλοντας | θα αφανίζω / θα αφανίσω | θα αφανίζεις / θα αφανίσεις | θα αφανίζει / θα αφανίσει | θα αφανίζουμε / θα αφανίσουμε | θα αφανίζετε / θα αφανίσετε | θα αφανίζουν / θα αφανίζουνε / θα αφανίσουν / θα αφανίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αφανίσει | έχεις αφανίσει | έχει αφανίσει | έχουμε αφανίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αφανίσει | είχες αφανίσει | είχε αφανίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αφανίσει / να αφανίζω / να αφανίσω | να έχεις αφανίσει / να αφανίζεις / να αφανίσεις | να έχει αφανίσει / να αφανίζει / να αφανίσει | να έχουμε αφανίσει / να αφανίζουμε / να αφανίσουμε | να αφανίζετε / να αφανίσετε | να αφανίζουν / να αφανίζουνε / να αφανίσουν / να αφανίσουνε |
| Προστακτική | — | αφάνιζε / αφάνισε | — | — | αφανίζετε / αφανίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αφανίστηκααφανίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →