αφανής
•
- αυτός που δεν φαίνεται, που δεν είναι ορατός από μια συγκεκριμένη θέση ή υπό συγκεκριμένες συνθήκες Βικιλεξικό
- αστρονομίααστέρας που παραμένει κάτω από τον ορίζοντα της θέσης του παρατηρητή όλο το εικοσιτετράωρο και δεν του είναι ορατός Βικιλεξικό
- αφανείς αστερισμοί ονομάζονται στο Βόρειο ημισφαίριο της Γης οι αστερισμοί που είναι ορατοί μόνο από το Νότιο ημισφαίριο.
- ναυτικός όροςαφανής ναύτης (γενική ονομασία μνημείου αγνοούμενου ναύτη ή ναυτών) Βικιλεξικό
- εκείνος που δεν προβάλλεται, που δεν τον φέρνει κάποιος στο προσκήνιο ή που μένει στη σκιά από δική του διακριτικότητα ή και για άλλους σκοπούς Βικιλεξικό
- δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους μικρούς αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.
- αφανείς εταίροι (σε επιχειρήσεις)
- Το φανερό και το αφανές στοιχείο της ταυτότητας (Καθημερινή, 7/11/2003)
Ετυμολογία
αφανής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφανής < στερητικό ἀ- (α-) + -φανής ( < φαίνομαι)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφανής | αφανής | αφανές |
| Γενική | αφανούς | αφανούς | αφανούς |
| Αιτιατική | αφανή | αφανή | αφανές |
| Κλητική | αφανή / αφανής | αφανής | αφανές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφανείς | αφανείς | αφανή |
| Γενική | αφανών | αφανών | αφανών |
| Αιτιατική | αφανείς | αφανείς | αφανή |
| Κλητική | αφανείς | αφανείς | αφανή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →