Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφανής

/a.faˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που δεν φαίνεται, που δεν είναι ορατός από μια συγκεκριμένη θέση ή υπό συγκεκριμένες συνθήκες Βικιλεξικό
  2. αστρονομίααστέρας που παραμένει κάτω από τον ορίζοντα της θέσης του παρατηρητή όλο το εικοσιτετράωρο και δεν του είναι ορατός Βικιλεξικό
    • αφανείς αστερισμοί ονομάζονται στο Βόρειο ημισφαίριο της Γης οι αστερισμοί που είναι ορατοί μόνο από το Νότιο ημισφαίριο.
  3. ναυτικός όροςαφανής ναύτης (γενική ονομασία μνημείου αγνοούμενου ναύτη ή ναυτών) Βικιλεξικό
  4. εκείνος που δεν προβάλλεται, που δεν τον φέρνει κάποιος στο προσκήνιο ή που μένει στη σκιά από δική του διακριτικότητα ή και για άλλους σκοπούς Βικιλεξικό
    • δεν πρέπει να ξεχνάμε και τους μικρούς αφανείς ήρωες της καθημερινότητας.
    • αφανείς εταίροι (σε επιχειρήσεις)
    • Το φανερό και το αφανές στοιχείο της ταυτότητας (Καθημερινή, 7/11/2003)

Ετυμολογία

αφανής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀφανής < στερητικό ἀ- (α-) + -φανής ( < φαίνομαι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφανήςαφανήςαφανές
Γενικήαφανούςαφανούςαφανούς
Αιτιατικήαφανήαφανήαφανές
Κλητικήαφανή / αφανήςαφανήςαφανές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφανείςαφανείςαφανή
Γενικήαφανώναφανώναφανών
Αιτιατικήαφανείςαφανείςαφανή
Κλητικήαφανείςαφανείςαφανή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →