αφιλοκέρδεια
•
- λόγιοη ιδιότητα του αφιλοκερδούς, το να υπάρχουν άλλα κίνητρα και όχι η επιθυμία για κέρδος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφιλοκέρδεια < α- + φιλοκέρδεια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αφιλοκέρδεια | αφιλοκέρδειες |
| Γενική | αφιλοκέρδειας | αφιλοκερδειών |
| Αιτιατική | αφιλοκέρδεια | αφιλοκέρδειες |
| Κλητική | αφιλοκέρδεια | αφιλοκέρδειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →