αφοπλιστικός
•
- που κατακτά τους άλλους με κάποια αρετή ή προσόν του, που σταματά με το προσόν αυτό οποιαδήποτε τάση του άλλου για αρνητική ή επιθετική συμπεριφορά, που γοητεύει Βικιλεξικό
- Μ' αυτό το αφοπλιστικό χαμόγελο πώς μπορώ να τη μαλώσω; Τη συγχωρώ αμέσως.
- κυριολεκτικάο σχετικός με τον αφοπλισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αφοπλιστικός < (αφοπλίζω) αφοπλισ + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική désarmant ή από την αγγλική disarming Αναλύεται σε αφ- + οπλισ- + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφοπλιστικός | αφοπλιστική | αφοπλιστικό |
| Γενική | αφοπλιστικού | αφοπλιστικής | αφοπλιστικού |
| Αιτιατική | αφοπλιστικό | αφοπλιστική | αφοπλιστικό |
| Κλητική | αφοπλιστικέ | αφοπλιστική | αφοπλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αφοπλιστικοί | αφοπλιστικές | αφοπλιστικά |
| Γενική | αφοπλιστικών | αφοπλιστικών | αφοπλιστικών |
| Αιτιατική | αφοπλιστικούς | αφοπλιστικές | αφοπλιστικά |
| Κλητική | αφοπλιστικοί | αφοπλιστικές | αφοπλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →