Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αφοπλιστικός

/a.fo.pli.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κατακτά τους άλλους με κάποια αρετή ή προσόν του, που σταματά με το προσόν αυτό οποιαδήποτε τάση του άλλου για αρνητική ή επιθετική συμπεριφορά, που γοητεύει Βικιλεξικό
    • Μ' αυτό το αφοπλιστικό χαμόγελο πώς μπορώ να τη μαλώσω; Τη συγχωρώ αμέσως.
  2. κυριολεκτικάο σχετικός με τον αφοπλισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αφοπλιστικός < (αφοπλίζω) αφοπλισ + -τικός, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική désarmant ή από την αγγλική disarming Αναλύεται σε αφ- + οπλισ- + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφοπλιστικόςαφοπλιστικήαφοπλιστικό
Γενικήαφοπλιστικούαφοπλιστικήςαφοπλιστικού
Αιτιατικήαφοπλιστικόαφοπλιστικήαφοπλιστικό
Κλητικήαφοπλιστικέαφοπλιστικήαφοπλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαφοπλιστικοίαφοπλιστικέςαφοπλιστικά
Γενικήαφοπλιστικώναφοπλιστικώναφοπλιστικών
Αιτιατικήαφοπλιστικούςαφοπλιστικέςαφοπλιστικά
Κλητικήαφοπλιστικοίαφοπλιστικέςαφοπλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →