βάφω
•
- καλύπτω μια επιφάνεια ή ένα αντικείμενο με χρώμα Βικιλεξικό
- βάφω τον τοίχο, βάφω τα μαλλιά μου
- εμποτίζω με χρώμα Βικιλεξικό
- το χώμα βάφτηκε κόκκινο (για να δηλώσουμε την αιματοχυσία)
- μακιγιάρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βάφω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βάφω < αρχαία ελληνική βάπτω (βυθίζω κάτι σε μπογιά ώστε να πάρει αυτό το χρώμα) < βάπτω (βυθίζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βάφω | βάφεις | βάφει | βάφουμε | βάφετε | βάφουν / βάφουνε |
| Παρατατικός | έβαφα | έβαφες | έβαφε | βάφαμε | βάφατε | έβαφαν / βάφαν / βάφανε |
| Αόριστος | έβαψα | έβαψες | έβαψε | βάψαμε | βάψατε | έβαψαν / βάψαν / βάψανε |
| Μέλλοντας | θα βάφω / θα βάψω | θα βάφεις / θα βάψεις | θα βάφει / θα βάψει | θα βάφουμε / θα βάψουμε | θα βάφετε / θα βάψετε | θα βάφουν / θα βάφουνε / θα βάψουν / θα βάψουνε |
| Παρακείμενος | έχω βάψει | έχεις βάψει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βάψει | είχες βάψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βάψει / να βάφω / να βάψω | να έχεις βάψει / να βάφεις / να βάψεις | να βάφει / να βάψει | να βάφουμε / να βάψουμε | να βάφετε / να βάψετε | να βάφουν / να βάφουνε / να βάψουν / να βάψουνε |
| Προστακτική | — | έχε βαμμένο / βάφε / βάψε | — | — | βάφετε / βάψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
βάφτηκαβάφομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →