φλέγμα
•
- απάθεια, εξαιρετική ψυχραιμία Βικιλεξικό
- Πόνταραν, βλέπετε, στην αστική καταγωγή του και στο βρετανικό φλέγμα του, λόγω της πολύχρονης παραμονής του στο μεγάλο νησί. (www.efsyn.gr, 04.05.2015)
Ετυμολογία
φλέγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φλέγμα (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική phlegm ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική flegme < αρχαία ελληνική φλέγμα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φλέγμα | φλέγματα |
| Γενική | φλέγματος | φλεγμάτων |
| Αιτιατική | φλέγμα | φλέγματα |
| Κλητική | φλέγμα | φλέγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →