Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βιοενεργειακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. οικολογίαπου σχετίζεται με την αξιοποίηση βιομάζας και άλλων οργανικών πόρων για την παραγωγή ενέργειας Βικιλεξικό
  2. που αφορά τεχνικές ή πρακτικές οι οποίες βασίζονται στην έννοια της «ζωτικής ενέργειας» του σώματος για σκοπούς ευεξίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βιοενεργειακός < βιοενέργεια + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική bioenergetic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιοενεργειακόςβιοενεργειακήβιοενεργειακό
Γενικήβιοενεργειακούβιοενεργειακήςβιοενεργειακού
Αιτιατικήβιοενεργειακόβιοενεργειακήβιοενεργειακό
Κλητικήβιοενεργειακέβιοενεργειακήβιοενεργειακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβιοενεργειακοίβιοενεργειακέςβιοενεργειακά
Γενικήβιοενεργειακώνβιοενεργειακώνβιοενεργειακών
Αιτιατικήβιοενεργειακούςβιοενεργειακέςβιοενεργειακά
Κλητικήβιοενεργειακοίβιοενεργειακέςβιοενεργειακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →