βιοενεργειακός
•
- οικολογίαπου σχετίζεται με την αξιοποίηση βιομάζας και άλλων οργανικών πόρων για την παραγωγή ενέργειας Βικιλεξικό
- που αφορά τεχνικές ή πρακτικές οι οποίες βασίζονται στην έννοια της «ζωτικής ενέργειας» του σώματος για σκοπούς ευεξίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
βιοενεργειακός < βιοενέργεια + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική bioenergetic)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοενεργειακός | βιοενεργειακή | βιοενεργειακό |
| Γενική | βιοενεργειακού | βιοενεργειακής | βιοενεργειακού |
| Αιτιατική | βιοενεργειακό | βιοενεργειακή | βιοενεργειακό |
| Κλητική | βιοενεργειακέ | βιοενεργειακή | βιοενεργειακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | βιοενεργειακοί | βιοενεργειακές | βιοενεργειακά |
| Γενική | βιοενεργειακών | βιοενεργειακών | βιοενεργειακών |
| Αιτιατική | βιοενεργειακούς | βιοενεργειακές | βιοενεργειακά |
| Κλητική | βιοενεργειακοί | βιοενεργειακές | βιοενεργειακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →