Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βλητικός

/vli.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με βολή Βικιλεξικό
  2. ο κατάλληλος σε βολή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βλητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βλητικόν (ζώο που χτυπάει) του βλητικός), + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβλητικόςβλητικήβλητικό
Γενικήβλητικούβλητικήςβλητικού
Αιτιατικήβλητικόβλητικήβλητικό
Κλητικήβλητικέβλητικήβλητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβλητικοίβλητικέςβλητικά
Γενικήβλητικώνβλητικώνβλητικών
Αιτιατικήβλητικούςβλητικέςβλητικά
Κλητικήβλητικοίβλητικέςβλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →