Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μας εξυπηρετεί και δεν μας δημιουργεί προβλήματα, μας βολεύει Βικιλεξικό
    • ένα μικρό και βολικό αυτοκίνητο, ιδιαίτερα μέσα στηνπόλη όπου δύσκολα βρίσκεις θέση στάθμευσης
  2. ευνοϊκός Βικιλεξικό
  3. για άνθρωποπου βολεύεται εύκολα, δεν έχει υπερβολικές απαιτήσεις στις σχέσεις τους με τους άλλους αλλά συνεννοείται εύκολα μαζί τους σε πρακτικά ζητήματα, δεν είναι δύστροπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βολικός < βολ(ή) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβολικόςβολική / βολικιάβολικό
Γενικήβολικούβολικής / βολικιάςβολικού
Αιτιατικήβολικόβολική / βολικιάβολικό
Κλητικήβολικέβολική / βολικιάβολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβολικοίβολικέςβολικά
Γενικήβολικώνβολικώνβολικών
Αιτιατικήβολικούςβολικέςβολικά
Κλητικήβολικοίβολικέςβολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →