βοσκοπούλα
•
- επάγγελμαθηλυκό του βοσκόπουλο, νεαρή κοπέλα που βόσκει ζώα, πρόβατα ή γίδια Βικιλεξικό
- «Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας» ήταν τίτλος θεατρικού έργου (1891) του Δημητρίου Κορομηλά.
Ετυμολογία
βοσκοπούλα < βοσκ(ός) + -οπούλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | βοσκοπούλα | βοσκοπούλες |
| Γενική | βοσκοπούλας | — |
| Αιτιατική | βοσκοπούλα | βοσκοπούλες |
| Κλητική | βοσκοπούλα | βοσκοπούλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →