βροντάω
•
- παράγω βροντή Βικιλεξικό
- απρόσωπορίχνει βροντές στη διάρκεια καταιγίδας Βικιλεξικό
- προκαλώ έντονο θόρυβο χτυπώντας κάτι με δύναμη Βικιλεξικό
- Δημήτρης Χατζής, Ανυπεράσπιστοι
- αντηχώ Βικιλεξικό
- βροντάνε τα κανόνια, οι τενεκέδες
- ρίχνω κάτι / κάποιον κάτω με δύναμη Βικιλεξικό
- βροντάω την πόρτα, ένα βιβλίο στο θρανίο κ.λπ. (συνήθως ογκώδες ή βαρύ αντικείμενο)
Ετυμολογία
βροντάω < βροντ(ώ) + σύγχρονο επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βροντῶ, συνηρημένος τύπος του βροντάω < → δείτε τη λέξη βροντή
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | βροντάω / βροντώ | βροντάς | βροντά / βροντάει | βροντάμε / βροντούμε | βροντάτε | βροντάν / βροντάνε / βροντούν / βροντούνε |
| Παρατατικός | βροντούσα | βροντούσες | βροντούσε | βροντούσαμε | βροντούσατε | βροντούσαν / βροντούσανε |
| Αόριστος | βρόντησα | βρόντησες | βρόντησε | βροντήσαμε | βροντήσατε | βροντήσαν / βροντήσανε / βρόντησαν |
| Μέλλοντας | θα βροντάω / θα βροντήσω / θα βροντώ | θα βροντάς / θα βροντήσεις | θα βροντά / θα βροντάει / θα βροντήσει | θα βροντάμε / θα βροντήσουμε / θα βροντούμε | θα βροντάτε / θα βροντήσετε | θα βροντάν / θα βροντάνε / θα βροντήσουν / θα βροντήσουνε / θα βροντούν / θα βροντούνε |
| Παρακείμενος | έχω βροντήσει | έχεις βροντήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα βροντήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω βροντήσει / να βροντάω / να βροντήσω / να βροντώ | να έχεις βροντήσει / να βροντάς / να βροντήσεις | να βροντά / να βροντάει / να βροντήσει | να βροντάμε / να βροντήσουμε / να βροντούμε | να βροντάτε / να βροντήσετε | να βροντάν / να βροντάνε / να βροντήσουν / να βροντήσουνε / να βροντούν / να βροντούνε |
| Προστακτική | — | βρόντα / βρόνταγε / βρόντησε | — | — | βροντάτε / βροντήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →