κέρμα
•
- μικρό κομμάτι Βικιλεξικό
- νόμισμαμεταλλικό νόμισμα (συνήθως μικρής αξίας) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασημικρό αντικείμενο που μοιάζει με μεταλλικό νόμισμα και έχει καθορισμένη αξία, συνήθως για τη χρήση αυτόματων μηχανισμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κέρμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κέρμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κέρμα | κέρματα |
| Γενική | κέρματος | κερμάτων |
| Αιτιατική | κέρμα | κέρματα |
| Κλητική | κέρμα | κέρματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →