γανώνω
•
- για χάλκινα μαγειρικά σκεύηεπαλείφω με ένα στρώμα κασσίτερου για προστασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γανώνω < αρχαία ελληνική γανόω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γανώνω | γανώνεις | γανώνει | γανώνουμε | γανώνετε | γανώνουν / γανώνουνε |
| Παρατατικός | γάνωνα | γάνωνες | γάνωνε | γανώναμε | γανώνατε | γάνωναν / γανώναν / γανώνανε |
| Αόριστος | γάνωσα | γάνωσες | γάνωσε | γανώσαμε | γανώσατε | γάνωσαν / γανώσαν / γανώσανε |
| Μέλλοντας | θα γανώνω / θα γανώσω | θα γανώνεις / θα γανώσεις | θα γανώνει / θα γανώσει | θα γανώνουμε / θα γανώσουμε | θα γανώνετε / θα γανώσετε | θα γανώνουν / θα γανώνουνε / θα γανώσουν / θα γανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γανώσει | έχεις γανώσει | έχει γανώσει | έχουμε γανώσει | έχετε γανώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γανώσει | είχες γανώσει | είχε γανώσει | είχαμε γανώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γανώσει / να γανώνω / να γανώσω | να έχεις γανώσει / να γανώνεις / να γανώσεις | να έχει γανώσει / να γανώνει / να γανώσει | να έχουμε γανώσει / να γανώνουμε / να γανώσουμε | να έχετε γανώσει / να γανώνετε / να γανώσετε | να γανώνουν / να γανώνουνε / να γανώσουν / να γανώσουνε |
| Προστακτική | — | γάνωνε / γάνωσε | — | — | γανώνετε / γανώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →