Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γιομοφέγγαρο

/ʝo.moˈfeŋ.ga.ɾo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λογοτεχνικόη πανσέληνος Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο τελευταίος πειρασμός, εκδόσεις: Ελ. Καζαντζάκη, 1965, αρχική έκδοση 1955, σελ. 63 @google.gr/books.
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Οδύσεια , Ι' στίχ. 1076 (1075-1077) αρχική έκδοση: 1938, εκδόσεις: Τυπογραφεία Γ.Σ. Χρήστου, 1957, σελ. 306 @google.gr/books.

Ετυμολογία

γιομοφέγγαρο < γιόμ(α) + -ο- + φεγγάρ(ι) + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγιομοφέγγαρογιομοφέγγαρα
Γενικήγιομοφέγγαρουγιομοφέγγαρων
Αιτιατικήγιομοφέγγαρογιομοφέγγαρα
Κλητικήγιομοφέγγαρογιομοφέγγαρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →