Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φεγγάρι

/feŋˈɡa.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δορυφόροςτο ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από τη Γη Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασητο φως που προέρχεται από το φεγγάρι Βικιλεξικό
  3. δορυφόροςδορυφόρος σε τροχιά γύρω από άλλο πλανήτη Βικιλεξικό
    • Ο Άρης έχει δύο φεγγάρια: τον Φόβο και τον Δείμο.
  4. ένας σεληνιακός μήνας (περίπου 29 μέρες) Βικιλεξικό
  5. κάποτε Βικιλεξικό
    • ...ένα φεγγάρι είχαμε κάνει και λίγο παρέα. Τον είχα φιλέψει μάλιστα σπίτι μου, όπου λόγω καλοκαιριού υπήρχε και επιδόρπιο, το λεγόμενο χουσάφι. (Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Έξι φορές η τύχη: μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 74)

Ετυμολογία

φεγγάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φεγγάρι(ν) < φεγγάριον, υποκοριστικό του αρχαίου φέγγος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφεγγάριφεγγάρια
Γενικήφεγγαριούφεγγαριών
Αιτιατικήφεγγάριφεγγάρια
Κλητικήφεγγάριφεγγάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →