φεγγάρι
•
- δορυφόροςτο ουράνιο σώμα που περιφέρεται γύρω από τη Γη Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασητο φως που προέρχεται από το φεγγάρι Βικιλεξικό
- δορυφόροςδορυφόρος σε τροχιά γύρω από άλλο πλανήτη Βικιλεξικό
- Ο Άρης έχει δύο φεγγάρια: τον Φόβο και τον Δείμο.
- ένας σεληνιακός μήνας (περίπου 29 μέρες) Βικιλεξικό
- κάποτε Βικιλεξικό
- ...ένα φεγγάρι είχαμε κάνει και λίγο παρέα. Τον είχα φιλέψει μάλιστα σπίτι μου, όπου λόγω καλοκαιριού υπήρχε και επιδόρπιο, το λεγόμενο χουσάφι. (Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, Έξι φορές η τύχη: μυθιστόρημα, εκδόσεις Καστανιώτη, 2007, σελ. 74)
Ετυμολογία
φεγγάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φεγγάρι(ν) < φεγγάριον, υποκοριστικό του αρχαίου φέγγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φεγγάρι | φεγγάρια |
| Γενική | φεγγαριού | φεγγαριών |
| Αιτιατική | φεγγάρι | φεγγάρια |
| Κλητική | φεγγάρι | φεγγάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →