Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γκλίτσα

/ˈɡli.t͡sa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το μπαστούνι του βοσκού, μακρύ ξύλινο ραβδί, κυρτό στο πάνω μέρος, που χρησιμεύει σε πολλά, κυρίως όμως για να πιάνονται τα ζώα από τα πόδια, ώστε να διευκολύνεται το άρμεγμα ή και σε άλλες περιπτώσεις Βικιλεξικό
    • ⌘ Άγγελος Σικελιανός, 1884-1951, Δελφικός Λόγος Ι, (απόσπασμα), (1927)
  2. γενικότερατο μπαστούνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γκλίτσα < (άμεσο δάνειο) σλαβικής προέλευσης кључ / ključ (kʎûːtʃ: κλειδί, γάντζος) < πρωτοσλαβική *ključь < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kleh₂us :: Υπάρχει και η άποψη: < αγκυλίτσα (αποβολή του αρχικού α) < αρχαία ελληνική ἀγκύλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγκλίτσαγκλίτσες
Γενικήγκλίτσας—
Αιτιατικήγκλίτσαγκλίτσες
Κλητικήγκλίτσαγκλίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →