Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνωριμιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γνωριμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγνωριμιάγνωριμιές
Γενικήγνωριμιάςγνωριμιών
Αιτιατικήγνωριμιάγνωριμιές
Κλητικήγνωριμιάγνωριμιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

γνωριμία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η κοινωνική σχέση κατά την οποία γινόμαστε οικείοι με κάποιον άλλο Βικιλεξικό
    • Πέρασε τον καιρό της να κάνει γνωριμίες!
  2. κάποιος με τον οποίο γινόμαστε οικείοι Βικιλεξικό
    • Συνάντησα μια παλιά μου γνωριμία.

Ετυμολογία

γνωριμία < μεσαιωνική ελληνικήγνωριμία < γνώριμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγνωριμίαγνωριμίες
Γενικήγνωριμίαςγνωριμιών
Αιτιατικήγνωριμίαγνωριμίες
Κλητικήγνωριμίαγνωριμίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →