γυαλιά
•
- ζευγάρι φακών (από γυαλί ή άλλο υλικό), αναρτημένων σε ειδικό σκελετό (κοκάλινο, μεταλλικό κ.λπ.), που φοριέται μπροστά από τα μάτια για τη διόρθωση ελαττωματικής όρασης ή για την προστασία από τον ήλιο. Βικιλεξικό
- φοράω γυαλιά
- γυαλιά ηλίου, οράσεως, μυωπίας, υπερμετρωπίας
- (και στον ενικό) φόρα, επιτέλους, το γυαλί σου, αφού δε βλέπεις να διαβάσεις!
Ετυμολογία
γυαλιά < πληθυντικός αριθμός του γυαλί
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γυαλιά | γυαλιά |
| Γενική | — | γυαλιών |
| Αιτιατική | — | γυαλιά |
| Κλητική | — | γυαλιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →