δάφνη
•
- φυτόαειθαλές φυτό με μεγάλο ύψος (6-18 μέτρα). Έχει σκληρά, μακρόστενα κι αρωματικά άνθη και σκουρόχρωμους καρπούς. Τα φύλλα του είναι κιτρινωπά ή πρασινωπά, έχουν ωοειδές σχήμα με σκληρή και δερματώδη υφή και είναι ιδιαίτερα αρωματικά. Τα κλαδιά της δάφνης είναι το σύμβολο της δόξας Βικιλεξικό
- στεφάνι δάφνης
- το φύλλο του δέντρου, που χρησιμοποιείται στη μαγειρική, την αρωματοποιία και τη φαρμακευτική Βικιλεξικό
- Με δύο φύλλα δάφνης το στιφάδο έχει άλλη νοστιμιά.
- μεταφορικάο θρίαμβος, η επιτυχία, η δόξα Βικιλεξικό
- ποιητικές δάφνες
Ετυμολογία
δάφνη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δάφνη :* (μεταφορική έννοια) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική laurier
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δάφνη | δάφνες |
| Γενική | δάφνης | δαφνών |
| Αιτιατική | δάφνη | δάφνες |
| Κλητική | δάφνη | δάφνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →