Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίκυκλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει δυο κύκλους Βικιλεξικό
  2. που έχει δυο ρόδες, δύο τροχούς (για όχημα) Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοδίκυκλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίκυκλος < δι- + κύκλος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bicycle)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίκυκλοςδίκυκληδίκυκλο
Γενικήδίκυκλουδίκυκληςδίκυκλου
Αιτιατικήδίκυκλοδίκυκληδίκυκλο
Κλητικήδίκυκλεδίκυκληδίκυκλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίκυκλοιδίκυκλεςδίκυκλα
Γενικήδίκυκλωνδίκυκλωνδίκυκλων
Αιτιατικήδίκυκλουςδίκυκλεςδίκυκλα
Κλητικήδίκυκλοιδίκυκλεςδίκυκλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →