δίκυκλος
•
- κυριολεκτικάπου έχει δυο κύκλους Βικιλεξικό
- που έχει δυο ρόδες, δύο τροχούς (για όχημα) Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδίκυκλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίκυκλος < δι- + κύκλος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική bicycle)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκυκλος | δίκυκλη | δίκυκλο |
| Γενική | δίκυκλου | δίκυκλης | δίκυκλου |
| Αιτιατική | δίκυκλο | δίκυκλη | δίκυκλο |
| Κλητική | δίκυκλε | δίκυκλη | δίκυκλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίκυκλοι | δίκυκλες | δίκυκλα |
| Γενική | δίκυκλων | δίκυκλων | δίκυκλων |
| Αιτιατική | δίκυκλους | δίκυκλες | δίκυκλα |
| Κλητική | δίκυκλοι | δίκυκλες | δίκυκλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →