δίποδος
•
- που έχει δύο πόδια, που περπατάει σε δύο πόδια Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδίποδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δίποδος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίποδος < δι- + πούς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pṓds < *ped- (περπατώ, βαδίζω)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίποδος | δίποδη | δίποδο |
| Γενική | δίποδου | δίποδης | δίποδου |
| Αιτιατική | δίποδο | δίποδη | δίποδο |
| Κλητική | δίποδε | δίποδη | δίποδο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δίποδοι | δίποδες | δίποδα |
| Γενική | δίποδων | δίποδων | δίποδων |
| Αιτιατική | δίποδους | δίποδες | δίποδα |
| Κλητική | δίποδοι | δίποδες | δίποδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →