Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δίποδος

/ˈði.po.ðos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δύο πόδια, που περπατάει σε δύο πόδια Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδίποδο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δίποδος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δίποδος < δι- + πούς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pṓds < *ped- (περπατώ, βαδίζω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίποδοςδίποδηδίποδο
Γενικήδίποδουδίποδηςδίποδου
Αιτιατικήδίποδοδίποδηδίποδο
Κλητικήδίποδεδίποδηδίποδο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδίποδοιδίποδεςδίποδα
Γενικήδίποδωνδίποδωνδίποδων
Αιτιατικήδίποδουςδίποδεςδίποδα
Κλητικήδίποδοιδίποδεςδίποδα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →