Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δανειζόμενος

/ða.niˈzo.me.nos/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που δανείζεται χρήματα η αντικείμενα, κυρίως όμως το πρώτο, εκείνος που παίρνει δάνειο Βικιλεξικό
  2. που γίνεται αντικείμενο δανεισμού, που δανείζεται, το δανεικό Βικιλεξικό
    • Το δανειζόμενο ποσό ορίζεται ανάλογα και με το μισθό του δανειολήπτη.

Ετυμολογία

δανειζόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος δανείζω

Άλλοι τύποι

δανειζόμεναδανειζόμενεδανειζόμενεςδανειζόμενηδανειζόμενηςδανειζόμενοδανειζόμενοιδανειζόμενοςδανειζόμενουδανειζόμενουςδανειζόμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →