Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δανεισμός

/ða.niˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το να δανείζομαι κάτι που θα επιστρέψω Βικιλεξικό
  2. οικονομίαη λήψη δανείου Βικιλεξικό
    • Ο δανεισμός ήταν η μόνη λύση για να σώσει την επιχείρησή του.

Ετυμολογία

δανεισμός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δανεισμός < δανείζω < δάνειον. Συγκρίνετε με το κληρονομημένο δάνεισμα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδανεισμόςδανεισμοί
Γενικήδανεισμούδανεισμών
Αιτιατικήδανεισμόδανεισμούς
Κλητικήδανεισμέδανεισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →