Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοκρατικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που χαρακτηρίζει τη δημοκρατία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοκρατικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δημοκρατικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοκρατικόςδημοκρατικήδημοκρατικό
Γενικήδημοκρατικούδημοκρατικήςδημοκρατικού
Αιτιατικήδημοκρατικόδημοκρατικήδημοκρατικό
Κλητικήδημοκρατικέδημοκρατικήδημοκρατικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοκρατικοίδημοκρατικέςδημοκρατικά
Γενικήδημοκρατικώνδημοκρατικώνδημοκρατικών
Αιτιατικήδημοκρατικούςδημοκρατικέςδημοκρατικά
Κλητικήδημοκρατικοίδημοκρατικέςδημοκρατικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →