δημοσιοϋπαλληλικός
•
- που έχει σχέση με τον δημόσιο υπάλληλο ή τη δημοσιοϋπαλληλία, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοσιοϋπαλληλικός < δημόσιος υπάλληλος / δημοσιοϋπαλληλία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοσιοϋπαλληλικός | δημοσιοϋπαλληλική | δημοσιοϋπαλληλικό |
| Γενική | δημοσιοϋπαλληλικού | δημοσιοϋπαλληλικής | δημοσιοϋπαλληλικού |
| Αιτιατική | δημοσιοϋπαλληλικό | δημοσιοϋπαλληλική | δημοσιοϋπαλληλικό |
| Κλητική | δημοσιοϋπαλληλικέ | δημοσιοϋπαλληλική | δημοσιοϋπαλληλικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοσιοϋπαλληλικοί | δημοσιοϋπαλληλικές | δημοσιοϋπαλληλικά |
| Γενική | δημοσιοϋπαλληλικών | δημοσιοϋπαλληλικών | δημοσιοϋπαλληλικών |
| Αιτιατική | δημοσιοϋπαλληλικούς | δημοσιοϋπαλληλικές | δημοσιοϋπαλληλικά |
| Κλητική | δημοσιοϋπαλληλικοί | δημοσιοϋπαλληλικές | δημοσιοϋπαλληλικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →