Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοσιοϋπαλληλικός

/ði.mo.si.o.i.pa.li.liˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον δημόσιο υπάλληλο ή τη δημοσιοϋπαλληλία, ανήκει σ’ αυτά ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοσιοϋπαλληλικός < δημόσιος υπάλληλος / δημοσιοϋπαλληλία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοσιοϋπαλληλικόςδημοσιοϋπαλληλικήδημοσιοϋπαλληλικό
Γενικήδημοσιοϋπαλληλικούδημοσιοϋπαλληλικήςδημοσιοϋπαλληλικού
Αιτιατικήδημοσιοϋπαλληλικόδημοσιοϋπαλληλικήδημοσιοϋπαλληλικό
Κλητικήδημοσιοϋπαλληλικέδημοσιοϋπαλληλικήδημοσιοϋπαλληλικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοσιοϋπαλληλικοίδημοσιοϋπαλληλικέςδημοσιοϋπαλληλικά
Γενικήδημοσιοϋπαλληλικώνδημοσιοϋπαλληλικώνδημοσιοϋπαλληλικών
Αιτιατικήδημοσιοϋπαλληλικούςδημοσιοϋπαλληλικέςδημοσιοϋπαλληλικά
Κλητικήδημοσιοϋπαλληλικοίδημοσιοϋπαλληλικέςδημοσιοϋπαλληλικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →