δημοψήφισμα
•
- πολιτικήο θεσμός κατά τον οποίο το εκλογικό σώμα καλείται να εκφραστεί με ένα ναι ή ένα όχι σε μία ερώτηση για σημαντικό ζήτημα που θέτει η εκτελεστική εξουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοψήφισμα < δημο- + ψήφισμα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική plébiscite)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοψήφισμα | δημοψηφίσματα |
| Γενική | δημοψηφίσματος | δημοψηφισμάτων |
| Αιτιατική | δημοψήφισμα | δημοψηφίσματα |
| Κλητική | δημοψήφισμα | δημοψηφίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →