Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοψήφισμα

/ði.moˈpsi.fi.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. πολιτικήο θεσμός κατά τον οποίο το εκλογικό σώμα καλείται να εκφραστεί με ένα ναι ή ένα όχι σε μία ερώτηση για σημαντικό ζήτημα που θέτει η εκτελεστική εξουσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοψήφισμα < δημο- + ψήφισμα (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική plébiscite)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδημοψήφισμαδημοψηφίσματα
Γενικήδημοψηφίσματοςδημοψηφισμάτων
Αιτιατικήδημοψήφισμαδημοψηφίσματα
Κλητικήδημοψήφισμαδημοψηφίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →