διαίρεση
•
- ο χωρισμός σε κομμάτια, τμήματα Βικιλεξικό
- η λύση θα δοθεί με τη διαίρεση του δωματίου σε τρεις ξεχωριστούς χώρους
- Κάρυο λέγεται στὴ βιολογία ὁ πυρήνας τοῦ κυττάρου. Καρυοκίνηση ἢ μίτωση ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν κυττάρων μὲ ἔμμεση διαίρεση σὲ δυὸ κύτταρα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν ἄμεση, καὶ καρυογαμία ἡ σύντηξη δύο πυρήνων γενετησίων κυττάρων. (Νέα εστία, τ. 66, 1959, σελ. 844)
- αριθμητικήμία από τις τέσσερις βασικές πράξεις στην αριθμητική Βικιλεξικό
- ο διαιρέτης διαιρεί ακριβώς τον διαιρετέο όταν το υπόλοιπο της διαίρεσης είναι μηδέν
Ετυμολογία
διαίρεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαίρε(σις) + -ση • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαίρεση | διαιρέσεις |
| Γενική | διαίρεσης | διαιρέσεων |
| Αιτιατική | διαίρεση | διαιρέσεις |
| Κλητική | διαίρεση | διαιρέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →